ἐρυθροβαφής

ἐρυθρο-βᾰφής, ές,
A red-dyed, Eust.6.8.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρυθροβαφής — red dyed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερυθροβαφής — ές (Μ ἐρυθροβαφής, ές) βαμμένος με κόκκινο χρώμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερυθρός + βαφής < βαφή] …   Dictionary of Greek

  • ἐρυθροβαφῆ — ἐρυθροβαφής red dyed neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐρυθροβαφής red dyed masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐρυθροβαφής red dyed masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυθροβαφεῖ — ἐρυθροβαφής red dyed masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἐρυθροβαφής red dyed masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυθροβαφεῖς — ἐρυθροβαφής red dyed masc/fem acc pl ἐρυθροβαφής red dyed masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυθροβαφές — ἐρυθροβαφής red dyed masc/fem voc sg ἐρυθροβαφής red dyed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυθροβαφοῦς — ἐρυθροβαφής red dyed masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυθροβαφέσι — ἐρυθροβαφής red dyed masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυθροβαφέσιν — ἐρυθροβαφής red dyed masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυθροβαφῶν — ἐρυθροβαφής red dyed masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερυθρόβαφος — η, ο ο ερυθροβαφής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερυθρός + βαφος < βαφή] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.